Riviste internazionali

Nea Efthini, Atene, marzo 2019

  • Μαρία Γκράτσια Καλαντρόνε
  •  Ο κήπος της χαράς
  • καθετί που είδα από σένα, στο επιστρέφω, αγαπημένη
  • Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη
  •  
  • όλη η ζωή μια άσκηση επιστροφής
  • στο σώμα σου
  • ζεστό σαν τη γη
  •  
  • κι όμως γράφω για τη μοναξιά
  •  
  • για οστέινα θραύσματα
  • σε αμμώδεις κόγχες
  • σκαμμένες
  • με μάτια πιθήκων που ψάχνουν καταφύγιο
  •  
  • σώματα σαν ανεστραμμένες γαβάθες
  • οι λεκάνες του κρανίου ξέχειλες από ουρανό
  •  
  • *
  •  
  • μοσχομύριζες κρασί και ώριμο στάχυ, σπίτι
  • με το παράθυρο ανοιχτό στον οργωμένο λόφο
  •  
  • προπαντός το πρωί
  •  
  • άστραφτες στο φως
  • σαν νερό ριγμένο στα κάρβουνα
  •  
  • η φωνή σου ήταν γυμνή σαν νερό
  •  
  • *
  •  
  • αναγνωρίζω από το βήμα το ζώο
  • που ήταν ζωντανό και δεν έχει πια καταφύγιο
  •  
  • *
  •  
  • κάποιες φορές μ’ αγκάλιαζες
  • όπως περιδένουν τα μέγαρα
  • όταν ραγίζουν
  •  
  • και το σπίτι ήταν γεμάτο από τον συριγμό του βιομηχανικού ρεύματος κι από τη μυρωδιά
  •     σου
  • φλαμουριάς και θαλάσσιας
  • αύρας
  •  
  • *
  •  
  • η σκιά κάτω από το σκαλοπάτι
  • ήταν το όριο
  •  
  • έξω υπήρχε η άγρια μυρωδιά των ζώων
  • και το γαλάζιο της χλόης
  •  
  • η γη ήταν επέκταση της ανθρώπινης σάρκας σου που περιστρεφόταν έτρεμε και συσπόταν
  •     κάνοντας πτυχές
  • στο γαμήλιο σεντόνι
  •  
  • η σάρκα σου περίκλειστη σαν μίσχος
  • λυγισμένος από το βάρος του χιονιού
  •  
  • *
  •  
  • όταν άνοιγες την πόρτα προς τον κήπο, ξανάρχιζε
  • το πασχαλινό πρωινό
  •  
  • το μακρινό κουδούνισμα των καμπαναριών
  • διαλυόταν σε ηχώ στην κοιλάδα
  • θολή στο βάθος
  • από την κυματοειδή κίνηση των κοπαδιών
  •  
  • στο κατώφλι
  • ο μικρός σωρός της σκιάς σου
  • λείαινε τη ράχη του ζώου
  • με την ίδια γλυκύτητα
  •  
  • *
  •  
  • ήθελα να γράψω για τη χαρά
  •  
  • η μυρωδιά της ανάσας σου στην καρδιά
  • του καλοκαιριού
  •  
  • το απαλό
  • δάγκωμα των δοντιών σου ακριβώς στην άκρη του χείλους
  •  
  • το φως της σελήνης
  • ρίχνει στους νερόλακκους
  • το λευκό των άστρων
  •  
  • *
  •  
  • μαλακή σαν άμμος
  •  
  • είσαι ο αμνός
  • στην τρεμάμενη χλόη
  •  
  • *
  •  
  • η αυλακιά στο σώμα σου
  • λευκή σαν άστρο
  • που δεν επουλώνεται
  • έλαμπα από το φως σου
  • προστατευόμουν
  •  
  • *
  •  
  • μετά την απόσπαση ενός κεντρικού άστρου το σύμπαν
  • στρέφεται
  • με τη λευκή λάμψη των ματιών ενός κτήνους
  •  
  • *
  •  
  • είναι γι’ αυτή
  • την ακτίνα ήλιου πάνω στα πιάτα
  • για την ήσυχη μοναξιά
  • των πραγμάτων
  • και για το πώς κατοικούν φωτεινά
  • τα πράγματα τον εαυτό τους
  •  
  • που παραμένουμε ζωντανοί
  •  
  • *
  •  
  • υπήρξε μια εποχή
  • που ποθούσα τη σωτηρία μου
  •  
  • περπατούσες στο λευκό χαλίκι
  • ενώ ο ήλιος έδυε πίσω από τις βελανιδιές
  • κι ο κόσμος δεν σταματούσε ποτέ να υπάρχει
  •  
  • εγώ σε ποθούσα έντιμα
  • όπως ποθούμε το καλό
  •  
  • *
  •  
  • όπως τότε μοιάζεις στο καλοκαίρι
  • όταν τα βράδια μυρίζει νερό
  • κι η γη εμποτίζεται από τα υγρά των ανθρώπων
  •  
  • άνοιγε
  • μέσ’ από την πύλη του σώματός σου
  • το γυμνό πράγμα
  • που βρίσκεται κάτω από τη γη και δεν το αγγίζουμε
  •  
  • μπορούσαμε μέχρι και να χαϊδεύουμε τα γκρίζα
  • άγρια ζώα
  •  
  • δεν ζητούσαν φαγητό
  • παρά τη γλυκύτητά μας
  •  
  • μπορούσαμε να τα φωνάζουμε με τ’ όνομά τους
  •  
  • άφηνες να μπουν
  • όλα
  • στη ζωντανή
  • ζύμη του σώματός σου
  •  
  • ο θόλος κατάφορτος από άστρα και οι μουσούδες
  • των ζώων αντηχούσαν
  • μες στο προζύμι σου
  •  
  • ήσουν ευτυχισμένη
  •  
  • *
  •  
  • το τραγούδι των τζιτζικιών
  • έχει έναν κρυφό δεσμό
  • με το ξανατύλιγμα των σπονδύλων σου
  •  
  • οι πλάκες πάλλονται
  • κάτω από την κοιλιά
  • όπως παλλόταν η σάρκα σου
  •  
  • η ιτιά τρέμει
  • όπως έτρεμες εσύ
  •  
  • *
  •  
  • το πλάσμα που φαντάζεται τον ήλιο
  • έχει μάτια ζωηρά σαν κεχριμπαρένιες σταγόνες
  •  
  • τώρα τα μάτια σου είναι σχεδόν μαύρα, πνευματώδη
  •  
  • *
  •  
  • το λιθόστρωτο πλυμένο από το χαλάζι, το βάρος
  • των λευκών πουλιών ενώ υψώνονταν
  • στον ήλιο που χαμήλωνε
  •  
  • στην τέλεια χάρη του δρόμου
  • κάτω από εμάς
  • σε παράταξη εκείνοι
  • που ξέρουν σε ποιον να επιστρέψουν
  •  
  • νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω στο μπράτσο σου
  • μένω ακίνητη
  •  
  • *
  •  
  • ακινητοποιηθήκαμε στον κόσμο των πραγμάτων
  • τραγουδώντας κυκλικά, επανειλημμένα
  •  
  • αποθέτουμε
  • αυγά στον φλοιό, ξανά
  • και ξανά
  •  
  • αν κάτι αναδύεται από τη στάχτη
  • επιμένει ως ανάσα
  • πάνω στο στόμα σου
  •  
  • *
  •  
  • βέβαια όταν ξυπνάς, το στόμα σου είναι έτοιμο
  • ενδοτικό
  •  
  • δεν ήθελες να μάθω τα μυστικά σου
  •  
  • δένω την ψυχή μ’ ατσάλινα παλαμάρια
  • στο κεντρικό κατάρτι
  • του κήπου σου
  •  
  • εγώ θα σε προσέχω ώς το τέλος του κόσμου
  •  
  • *
  •  
  • καθιστή στην πέτρα τραγουδώ την πέτρα
  • τους πιθήκους
  • και τις οστέινες πλάκες του κρανίου
  • που αποσπώνται σαν ήπειροι
  •  
  • τραγουδώ τον απαλό άνεμο που ανεπαίσθητος πνέει
  • σε απόσταση μες στ’ άστρα
  •  
  • τραγουδώ το λάβαρό μας
  • που πλατάγιζε στην καρδιά της ρωμαϊκής μέντας
  •  
  • τραγουδώ το στρώμα από φύλλα
  • και το κάτασπρο κέλυφος του νούφαρου
  •  
  • και τραγουδώ το ακατέργαστο χρυσό των ματιών σου
  • απλών και διάφανων σαν ένα ναι
  •  
  • *
  •  
  • γονατιστή έχεις την ποιότητα της φλαμουριάς
  •  
  • και των πανάλαφρων
  • ανοιχτόχρωμων φύλλων
  •  
  • μ’ αναγνωρίζεις κι εγώ σ’ αναγνωρίζω
  •  
  • *
  •  
  • τα ισχυρά πράγματα
  • είναι κινητά και γυμνά
  •  
  • είμαι στάχτη που τραγουδά τ’ όνομά σου
  •  
  • *
  •  
  • το γυμνό σώμα, το ανθρώπινο σώμα, το φύλο
  •  
  • μια ψυχή μόνη
  • είναι το ρόδο όλων των ρόδων
  •  
  • το ρόδο που διέψευσαν
  • οι συνήθειες της αληθινής ζωής
  •  
  • *
  •  
  • η γλώσσα σου απόψε μίλησε
  • μες στο κοχύλι του αυτιού μου
  •  
  • ύστερα μέσ’ από το στόμα
  • βάζεις ψωμί και σωτηρία
  • στην ψυχή μου
  •  
  • *
  •  
  • το άνθος της πορτοκαλιάς
  • λευκός ύμνος ανοιχτός
  • από το μέρος της αυγής
  •  
  • έχεις την ελαφρότητα των πραγμάτων
  • που άντεξαν την ευτυχία
  •  
  • *
  •  
  • τα σώματά μας άντεξαν τη θερμότητα
  • της τήξης
  •  
  • τώρα που εκτεθήκαμε
  • στην ευτυχία
  •  
  • κάθε άλλη λέξη
  • σημαίνει
  • ευχαριστώ
  •  
  • *
  •  
  • όταν εκτίθεσαι, είσαι το κατακαλόκαιρο
  • με τη δόξα του από ώριμα δέντρα
  •  
  • περνώ το χέρι στο στεγνό σώμα σου
  •  
  • μάρμαρο και μούσκλια με πέταλα
  • από άνθη κερασιάς
  •  
  • *
  •  
  • η πλάτη σου χωρισμένη
  • από ένα αυλάκι οργώματος
  • φλέγεται στο κέντρο του λιβαδιού
  •  
  • όταν στρέφεσαι
  • ο ουρανός είναι αβαρής
  • στο στήθος σου
  •  
  • το χέρι μια όστια στο κέντρο της λάβας
  •  
  • *
  •  
  • στο στόμα σου ξεκουράζονταν οι σκιές όλων των ζώων
  •  
  • στα φιλιά σου η αϋπνία όλων των ζώων
  •  
  • στο χτύπημα των δοντιών σου η καμπάνα του πρώτου πρωινού
  •  
  • η γλώσσα σου ήξερε τ’ όνομά μου
  • ήδη από το πρωινό της γέννησής μου
  •  
  • *
  •  
  • τρέμει κάθε μόριο της μίας και μοναδικής ψυχής που
  • ξαναγίναμε
  •  
  • αν πεις έρωτας
  • οι άλλες λέξεις
  • χάνονται
  •  
  • όταν χάνομαι κι εγώ, τελικά υπάρχω
  •  
  • *
  •  
  • το ρόδο στο κέντρο του κορμιού σου
  • έχει το άρωμα ενός φυσικού ναού
  • ενός βράχου στη θάλασσα που υψώνεται
  • και μουσκεύει
  •  
  • υδάτινος τοίχος που πέφτει πάνω στον εαυτό του
  • και στη γλιστερή λευκή αποβάθρα
  • η αγκαλιά σου
  •  
  • η ζωή μου στην παλάμη σου
  •  
  • *
  •  
  • κοίτα με
  • είμαι η οδός για το χρυσό των γαλαξιών
  • είμαι άρτος αφημένος
  • στα πόδια σου
  • μετά την πρώτη συγκομιδή της πλάσης
  •  
  • υποταγμένη στο ανθρώπινο
  • είσαι ο θερισμός
  • έξω από τον ανθρώπινο χρόνο
  •  
  • *
  •  
  • το στόμα σου έχει τη ζέστη των αυγουστιάτικων λιβαδιών
  • το στόμα σου εκφράζει τα λευκά
  • πέταλα που ριγούν στα φράγματα
  •  
  • και τα γλυκά γόνατα
  • των παιδιών που γνωρίζουν
  • την απεραντοσύνη του χρόνου μες στον ανθρώπινο χρόνο
  •  
  • *
  •  
  • έπεσες από το δοχείο των άστρων
  • σ’ αυτό το κρεβάτι
  • κι είναι δικό σου αυτό το ψίχουλο σάρκας
  • μουσκεμένης, δεμένης
  • μέσω λεπτών ηλεκτρικών ινών
  • με τη σελήνη που γεμάτη λάμπει
  • πάνω στη μανόλια
  •  
  • εκθέτεις το πρόσωπο στο σκοτάδι στην κρήνη
  •  
  • η πανσέληνος περιστρέφεται στον άξονά της
  • όπως εσύ περιστρέφεσαι στους γοφούς
  • και θα ήθελα να γυρίσεις για να κοιμηθείς
  • όπως όταν ζεις
  •  
  • *
  •  
  • η απλή σκιά του σώματος στον έρωτα
  • η ταλάντευση
  • των περιδέραιων στον λαιμό
  •  
  • και το σμάλτο των δοντιών
  • αστράφτει, γυμνό
  •  
  • η γλώσσα σου
  • σκοντάφτει ανοιχτόχρωμη ανάμεσα στα σκούρα χείλη
  •  
  • *
  •  
  • με τα μαύρα μαλλιά σαν στάρι, τεντωμένη
  • στην ανθοταξία
  • σαν αγαύη, ήσουν τόσο πιο ψηλή
  •  
  • από τον εαυτό σου, ψηλότερη
  • από τη ζωή σου
  •  
  • 10-16 Απριλίου 2014
  •  
  • λιπάναμε τη γη με το αλάτι των σωμάτων
  •  
  • το πορφυρό τ’ ουρανού
  • αναμιγνυόταν με το λάδι των νερόλακκων και με το χρυσό φως πάνω στο χείλος σου
  •  
  • το σώμα σου στη φωσφορίζουσα χλόη του πρωινού
  • το δωμάτιο πλημμυρισμένο από έναν φλοιό φωτός
  • κι η δίνη στις πτυχώσεις, λαμπερό πράσινο πάνω στο ανοιχτόχρωμο ξύλο
  •  
  • πιες αυτό το χρυσό που δεν μπορεί να πεθάνει
  •  
  • 29 Ιουλίου 2014
  •  
  • Η Maria Grazia Calandrone (Μιλάνο, 1964) ζει στη Ρώμη. Ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας, εικαστικός, performer, παρουσιάστρια εκπομπών στους σταθμούς Rai Radio3 και Rai Letteratura, γράφει στις εφημερίδες Corriere della Sera και il manifesto και διατηρεί στήλη στο περιοδικό Poesia. Διεξάγει εργαστήρια ποίησης σε σχολεία, φυλακές, με ψυχικά ασθενείς, άτομα με Αλτσχάιμερ και μετανάστες, ενώ προσφέρει εθελοντική εργασία στο σχολείο ανάγνωσης για παιδιά “Piccoli Maestri”. Το 2012 κέρδισε το βραβείο «Χαϊκού στην Ιταλία» του Ιαπωνικού Μορφωτικού Ινστιτούτου. Το 2017 εμφανίζεται στο ντοκιμαντέρ της Donatella Baglivo “Il futuro in una poesia” και στο project “Poems with a view” του Ισραηλινού σκηνοθέτη Omri Lior. Έχει λάβει διάφορα βραβεία για τις συλλογές της, οι οποίες περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και περιοδικά πολλών χωρών. Ορισμένα από τα βιβλία της: La scimmia randagia (Crocetti 2003), Come per mezzo di una briglia ardente (Atelier 2005), La macchina responsabile (Crocetti 2007), Sulla bocca di tutti (Crocetti 2010), Atto di vita nascente (LietoColle 2010), La vita chiara (Transeuropa 2011), Serie fossile (Crocetti 2015), Gli Scomparsistorie daChi lhavisto?” (pordenonelegge 2016), Il bene morale (Crocetti, 2017). 
  •  
  •  Δημοσίευση στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 42-43, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2018, Αθήνα, σσ. 327-336.  

California Italian Studies (27.2.19)

California Italian Studies - Volume 8, Issue 1, 2018

Cosa pensano i poeti della fine della poesia? Quaranta risposte in versi e prosa in un'antologia californiana prefata da Gian Maria Annovi. Edited by GMA and Thomas Harrison.

leggi 

Il Giorno (Lebanon, 15.12.18)

Cinque poesie di Maria Grazia Calandrone sul sito del giornale Libanese "Il Giorno" | Traduzione in arabo: Amarji 15 dicembre 2018

شاعرة وكاتبة مسرحيَّة إيطاليَّة من مواليد ميلانو 1964، مقيمةٌ في روما، وتعمل مؤدِّيةً مسرحيَّةً، كما أنَّها مُعدِّة ومقدِّمة برامج ثقافيَّة في إذاعة RAI Radio 3، وناقدة أدبيَّة في مجلة “Poesia” العالميَّة وفي صحيفة “Il Manifesto”. من مجموعاتها الشِّعريَّة: "صخرةُ المواجهة" (1998)، و"القرد الضَّال" (2003)، و"كما لو بعَزمِ رَسَنٍ متوقِّد" (2005)، و"الآلةُ المسؤولة" (2007)، و"على فمِ الجميع" (2010)، و"صنيعُ حياةٍ مولودة" (2010)، و"الميلودراما اللانهائيَّة، روايةٌ زائفة مع ڤيڤاڤوكس" (2011)، و"سلسلة أحفوريَّة" (2015)، و"أنا الآخرون" (2018). حازت على العديد من الجوائز منها جائزة بازوليني (2003)، وجائزة نابُّولي (2010).

* * *

[مِن ديوانها "سلسلةٌ أحفوريَّة"، 2015]

(1) استحضارُ الفجر

evocare l’alba

أأنا التي توقظك؟

هذا الشَّيء الطَّريُّ

هذا الدِّفء البشريُّ

الذي يخرجُ منك

أهو مصوغٌ بالكامل من كلماتي

أم أنَّه

كان موجوداً من قبلُ

وهو الآن يجيبُ نداءَها؟

أنت موجودٌ وتعمَى عن ذلك

أنت أصلُ هذا الشَّكلِ

المصوغِ من الجمال النَّاطق الذي

يُقَدَّمُ، ممزوجاً

بجمالك

الحيِّ

والشُّكوكيِّ،

والمنبعِث.

(2) رسالةٌ تخيُّليَّة

lettera immaginaria

حيثُ كنتُ من لحمٍ، كان من عاجٍ لحمي

(بيير باولو بازوليني)

أيُّها الفجرُ

الذي من لحمٍ طريٍّ

ملتصقٍ

بالهيكل العظميِّ للكلمة

وفي شهر نوفمبر

الحزين

يبكي أحزانَه كلَّها

ضُمَّني بقوَّةٍ، خارجَ

حدوديَ البشريَّة

ضُمَّني كأنَّكَ أمٌّ

تضمُّ طفلَها المتخيَّل في حلُم.

(3) مراراً وتكراراً

ancora e ancora

أمجِّدُ خطوَكَ الذي كخطوِ طائرٍ صغير، أمجِّدُ شرودَ رأسك

اللَّطيفَ والقانطَ، بينما أتمدَّدُ فوق الخراب، رافعةً للمعبد حصناً

من هذا الجسد الذي لم يَعُدْ حياةً داخلَ

حياتِك، وأنتَ تأتي،

تصيرُ جزءاً من صمتِ المعبد، فيما تتقشَّرُ حياتي من ظلِّها، أتراها؟

أترى كيف تخرجُ مثلما من جُهمةِ الأرض

يخرجُ الألمُ البشريُّ الذي لا يؤبَه له

وهي لا تريد سوى يديك، سوى ذراعَيك الكادحتَين اللَّتين تفتحهما

مرَّةً أخرى، تحت فلقةِ شمسٍ هشَّةٍ،

لتعزِّي الطِّفلةَ التي كنتُها ذاتَ عهدٍ بعيد؟

(4) إلى الأبد، إلى الأبد، إلى الأبد...

per sempre, per sempre, per sempre…

أودُّ لو أنَّك ترتدي تلك البدلة

التي اشتريتَها ذات يومٍ من أيَّام تمُّوز

بعد أن قلتَ أحبُّكِ أنا أيضاً

أودُّ لو أنَّك ترتدي تلك البدلة

لأجلي، للمرَّة الأخيرة،

وبعد ذلك، أودُّ لو أندمج بالأرض

فلا أستريح إلَّا حيث هي تستريح

(5) العندليب

l’usignolo

كان ثمَّة عندليبٌ هنا. ما كان ينبغي له أن يكون هنا، ولكنَّه كان هنا. وقد غنَّى طويلاً. كنتُ أنا

أغنِّي أغنيتي الصَّغيرة الصَّامتة وكان هو يغنِّي أغنيته. لا أحد يدري لمن كان يغنِّي،

ربَّما استطابةً للغناء فحسب. دونما هدفٍ، دونما انتصار. متوقِّداً بحياةٍ لا يوازيها غير غنائه.

وهكذا أنا، يا صديقيَ الفجر، أحاول أن أجعل حياتيَ ترقى إلى مستوى الغناء.

هذه هي بَليَّتي وهذا هو اغتنائي.

لقد ألبستُكَ بأجمعكَ أغنية حبِّي

لقد رفعتُكَ بأجمعكَ، مثلَ عشبةٍ آذاريَّةٍ تشقُّ

تربةَ الشِّتاء، مثل نهيق أتانٍ وسط أزهارِ مشطِ

الرَّاعي، أو مثل الشَّريط الجناحيِّ الأصفر

لطيور السَّماء. أنفاسُكَ

انصاعَتْ. جسدُكَ

انصاعَ

لغنائي. ثمَّ عاد إلى حدِّه. ولكنَّ العندليب، خارجَ

الوقتِ وخارجَ أرضِ

إفريقيا السَّاخنة، يغنِّي هنا، في قلب الشِّتاء الغربيِّ

يغنِّي، يسترسلُ، يتمادى.

 

TheNewArab (London, 4.12.18)

خاضعةٌ، كما ترى، للزمن "TheNewArab", London

Terres de femmes (16.8.18)

POESIA-SUDARIO PER GENOVA
(14 agosto 2018)



Il sudario si chiama sudario
perché assorbe gli umori
dei morti. Viene deposto
sul volto, per nascondere allo sguardo dei vivi
il lavorio della morte
nei lineamenti amati, le enfiagioni
e lo scavo finale, la riduzione all’osso, che riporta
la materia conclusa di un corpo nel non finito dell’altra
materia, all’indistinto delle zolle e degli astri.
Il sudario è deposto per pudore
sul volto, perché quel volto smetta di finire
sotto i nostri occhi. Così vorrei
che le parole, poiché non possono asciugare davvero
neanche una goccia
del vostro sangue, ricordassero almeno
la vita, il celeste profondo
o la rosa canina fra i paranchi
che vi ha fatto sorridere
per la sua ostinazione d’essere viva
nel cantiere perpetuo del porto
luminoso di sole morente
o l’altro sole, la grandezza radiale dell’alba
sollevata tra guizzi di reale come un rinascimento.
Mondo contemporaneo che vai a morire
tra i gabbiani delle periferie,
sotto la rotazione della Via Lattea come una verde insonnia dell’universo
che non ci guarda, mondo che sei questo infinito esistere che non contempla
i mortali, senza nome e cognome torneremo cose
tra le cose, senza involucri e senza nostalgia ritorneremo
all’indifferenziato delle stelle. Ma adesso, adesso
che siamo vivi



Maria Grazia Calandrone (poesia inedita, 14 agosto 2018)
© Maria Grazia Calandrone



POÈME-SUAIRE POUR GÊNES
(14 août 2018)


Le suaire se nomme suaire
parce qu’il absorbe les humeurs
des morts. On le place
sur le visage pour cacher au regard des vivants
le travail de la mort
dans les traits, les enflures
et le creusement final, la réduction à l’os qui reporte
la matière contenue d’un corps dans le non-fini de l'autre
matière, à l’indistinct des mottes et des astres.
Le suaire est placé par pudeur
sur le visage, pour que ce visage cesse de finir
sous nos yeux. Je voudrais qu’ainsi
les mots, puisqu’ils ne peuvent assécher vraiment
ne serait-ce qu'une goutte
de votre sang, rappellent au moins
la vie, le profond azur
ou l’églantine parmi les cabestans
qui vous a fait sourire
par son obstination à être vivante
dans le chantier perpétuel du port
lumineux de soleil mourant
ou l’autre soleil, la grandeur radiale de l’aube
soulevée parmi des éclats de réel comme une renaissance.
Monde contemporain qui vas mourir
parmi les mouettes des banlieues,
sous la giration de la Voie Lactée comme une verte insomnie de l’univers
qui ne nous regarde pas, monde qui es cet infini exister qui ne prévoit pas
les mortels, sans nom ni prénom nous redeviendrons choses
parmi les choses, sans enveloppe ni nostalgie nous retournerons
à l'indifférencié des étoiles. Mais maintenant, maintenant
que nous sommes vivants



Poème traduit de l’italien par Jean-Charles Vegliante
D.R. Traduction inédite de Jean-Charles Vegliante
pour Terres de femmes
Cerca nel sito